ἐττημένος

ἐττημένος, η, ον, [tense] perf. part. [voice] Pass. of *[full] ττάω (cf. δια-ττάω),
A sifted, Pherecr. 211;

ἐττησμένα Hsch.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εττημένος — ἐττημένος, η, ον (Α) αυτός που έχει κοσκινιστεί, ο κοσκινισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. παθ. παρακμ. τού ρ. ττάω (< τFάyω) που απαντά μόνο εν συνθέσει, πρβλ. διαττώ] …   Dictionary of Greek

  • ἐττημένα — ἐττημένᾱ , ἐττημένος sifted fem nom/voc/acc dual ἐττημένᾱ , ἐττημένος sifted fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.